21 Φεβρουαρίου 1913: Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων
By Kamperos / February 21, 2026 / No Comments / General
Έχοντας απελευθερώσει την Μακεδονία από τους Τούρκους, τελευταία ήταν η Καστοριά στις 10 Νοεμβρίου 1912, ο Ελληνικός στρατός προχώρησε στο Μέτσοβο και την Κορυτσά. Άμεσα, ο αρχιστράτηγος και διάδοχος Κωνσταντίνος, έστρεψε την προσοχή του στο μέτωπο της Ηπείρου. Εκεί δρούσε η λεγόμενη «Στρατιά Ηπείρου». Όπου, οι επιχειρήσεις, με επικεφαλής τον Υποστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, είχαν τελματώσει.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1912, οι ημέτερες δυνάμεις είχαν κάποιες επιτυχίες στην περιοχή της Άρτας, ωστόσο οι Τούρκοι πέρασαν στην αντεπίθεση και τις υποχρέωσαν να οπισθοχωρήσουν. Υπήρξε ανασύνταξη περνώντας στην αντεπίθεση, καταλαμβάνοντας τις γέφυρες του ποταμού Λούρου και απελευθέρωθηκε η Φιλιππιάδα και η Πρέβεζα. Στις 19-10-1912 σύμφωνα με το Ιουλιανό, Παλαιό Ημερολόγιο, με διαταγή από το Υπουργείο Στρατιωτικών, οι επιχειρήσεις μετατράπηκαν σε καθαρά επιθετικές. Έτσι καταλήφθηκε η οχυρήματική θέση Πέντε Πηγάδια, όπου όμως οι Τούρκοι καθήλωσαν τις ελληνικές δυνάμεις.
Στα τέλη Νοεμβρίου, το μεγαλύτερο τμήμα της 2ας Μεραρχίας αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα και προωθήθηκε στο Χάνι Τερόβου, μεταξύ Φιλιππιάδας και Ιωαννίνων. Έλαβαν χώρα δύο επιθέσεις των ελληνικών δυνάμεων, για την απελευθέρωση των Αγίων Σαράντα και την εκπόρθηση των οχυρών του Μπιζανίου, που θα σήμαινε ουσιαστικά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ωστόσο οι δύο φιλόδοξες, όμως, αυτές ενέργειες απέτυχαν.
Την 1η Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν προελάσει μέχρι την περιοχή του Μπιζανίου. Από την επόμενη μέρα, οι Τούρκοι πέρασαν στην αντεπίθεση και προκάλεσαν απώλειες στις τάξεις του Ελληνικού στρατού αλλά και κάμψη του ηθικού πολλών ανδρών. Στις 11 Δεκεμβρίου, το μέτωπο είχε σταθεροποιηθεί, όμως η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Υποστράτηγου Σαπουντζάκη ήταν έκδηλη, τόσο στις τάξεις του στρατεύματος όσο και στην κοινή γνώμη.
Αποτελεί γενική παραδοχή ότι ο επικεφαλής της Στρατιάς Ηπείρου ήταν μάλλον ανεπαρκής για τη θέση την οποία κατείχε. Έτσι αποφασίσθηκε να αναλάβει τη διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ο διάδοχος Κωνσταντίνος, με ταυτόχρονη ενίσχυση της Στρατιάς από την 4η και την 6η Μεραρχία, που έφτασαν στην Ήπειρο από τη Μακεδονία (14 και 29 Δεκεμβρίου 1912) και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της 2ας Μεραρχίας (προερχόμενο από τη Χίο), με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Ν. Δελαγραμμάτικα. Στις 3-1-1913, ο Βίκτωρ Δούσμανης, μέλος τότε του επιτελείου του Κωνσταντίνου, κάλεσε τον Ιωάννη Μεταξά, που βρισκόταν τότε στο Λονδίνο, να μεταβεί επειγόντως στην Ήπειρο.
Από τις 7 ως τις 10 Ιανουαρίου έγιναν νέες επιθέσεις προς τις τουρκικές θέσεις, οι οποίες ήταν άκαρπες και προκάλεσαν βαριές απώλειες στις ελληνικές δυνάμεις.
Την επόμενη μέρα, έφτασε στην περιοχή το Γενικό Στρατηγείο, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο, που ανέλαβε την αρχηγία της Στρατιάς Ηπείρου. Επειδή όμως δεν ήθελε να μειώσει τον δάσκαλό του στη Σχολή Ευελπίδων, Σαπουντζάκη, τον άφησε να συνεχίσει να διοικεί τα στρατεύματα για μερικές ακόμα ημέρες. Παράλληλα, ανέθεσε στον συνταγματάρχη Παρασκευόπουλο, που εκτιμούσε ιδιαίτερα, τη διοίκηση ολόκληρου του πυροβολικού.
Μετά την ανακωχή που είχαν υπογράψει με την Υψηλή Πύλη στην Τσατάλτζα τα άλλα βαλκανικά κράτη (20-11-1912), η απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν βασικός ελληνικός στόχος.
Ωστόσο η κατάσταση των ελληνικών δυνάμεων δεν ήταν καθόλου καλή. Με την άφιξή του στο μέτωπο, ο Κωνσταντίνος φρόντισε να μεταφερθούν πυρομαχικά και εφόδια στην πρώτη γραμμή και να ανοιχτούν νέες οδοί για το πεδινό πυροβολικό. Παράλληλα, σε προσωπικές επαφές με αξιωματικούς και στρατιώτες, τους εμψύχωνε και άκουγε τα προβλήματά τους.
Μετά την 11η Ιανουαρίου, το απόσπασμα Μετσόβου είχε προωθηθεί στα χωριά Γότιστα – Δεμάτι – Ιτιά – Τρίστενα – Γρεβενίτι. Στις 15 Ιανουαρίου διατάχθηκε να προετοιμαστεί για κατάληψη του Δρίσκου (μικρή οροσειρά κοντά στα Γιάννενα, με υψόμετρο 1.078 μ., όπου στις 28 Νοεμβρίου 1912 σκοτώθηκε ο μεγάλος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, επικεφαλής σώματος Γαριβαλδινών).
Στα μέσα Ιανουαρίου, ο Κωνσταντίνος έστειλε στον Εσάτ Πασά, στρατιωτικό διοικητή των Ιωαννίνων, επιστολή με την οποία τον καλούσε να παραδώσει την πόλη, υποσχόμενος ότι θα σεβαστεί την τιμή και τις ζωές των Τούρκων αξιωματικών και οπλιτών. Ο Εσάτ αρνήθηκε.
Να σημειώσουμε ότι διοικητής των οχυρών των Ιωαννίνων ήταν ο αδελφός του Εσάτ, Βεχήπ μπέης.
Καταγόταν πιθανότατα από το Λεσκοβίκι και ήταν απόγονος χριστιανικής οικογένειας που εξισλαμίστηκε βίαια. Ο ίδιος ο Βεχήπ μπέης ανέφερε ότι πρόγονός του ήταν η Βασιλική Γλυκή, της ονομαστής οικογένειας των Γλυκήδων, Βενετών τυπογράφων.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1913, έφτασε στο μέτωπο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Εκπονήθηκε σχέδιο για την τελική επίθεση, από τον Ιωάννη Μεταξά.
Ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς είχαν πειστεί ότι το βάρος της επίθεσης θα έπρεπε να δοθεί στη δεξιά πτέρυγα των Τούρκων (Μανωλιάσα, Άγιος Νικόλαος, Τσούκα, Δουρούτι, Σαδοβίτσα). Σχεδιάστηκαν κι πραγματοποιήθηκαν παραπλανητικές ενέργειες (από το Μέτσοβο στον Δρίσκο, απόβαση στο λιμάνι των Αγίων Σαράντα κλπ.). Το κύριο βάρος της επίθεσης, θα είχε τμήμα της Στρατιάς από 23 Τάγματα Πεζικού και 24 πυροβόλα. Η επίθεση θα εκδηλωνόταν αιφνιδιαστικά, δυτικά της οδού Πρέβεζας- Ιωαννίνων. Το τμήμα αυτό χωρίστηκε σε 3 φάλαγγες. Διοικητής της πρώτης ήταν ο συνταγματάρχης Αντωνιάδης και σκοπός της η κατάληψη της Μανωλιάσας και του λόφου Αβγό. Η δεύτερη φάλαγγα, που είχε στόχο την κατάληψη των εχθρικών θέσεων στον Άγιο Νικόλαο, διοικούνταν από τον συνταγματάρχη Γιαννακάκη και η τρίτη, με διοικητή τον συνταγματάρχη Δελαγραμμάτικα, είχε σκοπό να καταλάβει την Τσούκα. Το σχέδιο εκελέστηκε άψογα και στις 20 Φεβρουαρίου το Μπιζάνι είχε περικυκλωθεί. Στη συνέχεια το απίστευτο θάρρος του ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην παράδοση της πρωτεύουσας της Ηπείρου.

